Ο Ιόλας
Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
"Οσάκις θωρώ θηλυκόν και το κοζάρω ασκαρδαμυχτί στη μάπα με πρώτο πλάνο το στόμα και τα χείλια, συλλογίζουμαι
πόσες μαλαπέρδες να χει θωπεύσει η φωλέα αύτη η θεσπεσία, πόσους χυμούς
να χει στραγγίξει σαν την Κωπαΐδα ναούμ κι ως εκ τούτου σκανδαλίζομαι, ενίοτε
μου σηκώνεται δε, αλλά δεν μαλακίζομαι, καθότι παλαιοημερολογίτης και δεν κάνει, κυρία Σκορδαλέα μου. Κι εκεί πάνω στην κορύφωση και
τον παροξυσμό του ντελιρίου, πάνω που μαι έτοιμος να χιμήξω ωσάν γλάρος
σε φρυγανιά εν πλω, ανοίγει το στόμα και προβάλλουν κάτι σαπάκια, με
μάκα, κάτι δόντια σαν αυτοσχέδια όπλα Βησιγότθων, που μακελεύανε τους
φιλήσυχους χωρικούς, κάτι κουφάλες ραδιενεργές να ζέχνουν Τσέρνομπιλ και Κοζλοντούι εν τω άμα.
Άσε- δε- μια μπόχα λες και άνοιξε μετά από χιλιάδες χρόνια ο τάφος του Ναβουχοδονόσορος και ξαμοληθήκαν όλες οι κατάρες της Οικουμένης εν είδει εαρινού αερίνου χαδιού. Ούτω πως ναούμ έρχομαι στα ίσα μου εννιά στες δέκα. Τη μία τη ρουφχιάνα, ο θεός βοηθός. Γιατί, κατά πώς λέει κι ο Ποιητής " vulnerant omnes, ultima necat" είπε ο Ιόλας στον αυτόματο τηλεφωνητή της ψυχοθεραπεύτριάς του, έπλυνε τα δόντια του δις- συν οδοντικό νήμα-, πήρε αγκαλιά το αρκουδάκι του και παραδόθηκε καθαρά τη συνειδήσει στην αγκαλιά του Μορφέα, η ώρα 03:30, ξημερώνοντας Κυριακή δεν ξέρω γω πόσο του μηνός, του τάδε ξεκωλιάρικου έτους ασούμ..
Με αγάπη, Αγλέορας

