
Στο λεωφορείο
Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
Είμαι στο λεωφορείο εψές και παγαίνω στη δουλίτσα μου, όπως κάθε μέρμηγκας σε τούτον τον πλανήτη, για να θρέψουμε τον καπιταλισμό και μετά να μας πηδάει αυτός πατώκορφα και να διαμαρτυρόμεθα στα ιντερνέτια και όξω πούστηδοι και σας έφαγα ναούμ. Μπουκάρω στον ανατολικό σταθμό της πόλης, μια καθημερινή διαδρομή, που μου' χει φάει τα σωθικά και πού σαι ακόμα. Το λεωφορείο σχεδόν τίνγκα, όλοι μασκούλες απαραιτήτως και τα λοιπά, μαντάμ. Ζέχνει φορμόλη, υποταγή και σανό...

Δυο σειρές παρέκει καθόνται κάτι γυναίκες Αφρικανές, με τις παραδοσιακές πολύχρωμες φαντεζί τους ενδυμασίες, παραδίπλα κάτι πιτσιρίκες με καβλόσπυρα πίσω απ' τη μάσκα, όξω αριστερά κάτι γραβατωμένα ρομπότ και γριές. Τίνγκα γριές δικέ μου. Με Π, με καροτσάκια, με μαγκούρες. Σε μια στάση ανεβαίνει μια ακόμα Αφρικανή κι αρχινάει τες χειραψίες με τις ομόφυλές της, μιλώντα και γελώντα δυνατά. Με το χέρι στην καρδιά, μου θύμισε την πραγματική ζωή, απούχουμε βάλει στο μουσκιό εδώ κι έναν χρόνο ντεμέκ για να σωθεί ο καπιταλισμός απ' τον κορονοϊό. Οι Γερμανίδες γραίες, ωστόσο, έχουν τσιτώσει επειδή δεν κρατούν το ενάμισο μέτρο απόστασης αναμεταξύτωνε και μουρμουρίζουν συνωμοτικά. Όχι επειδή είναι μαύρες. Πάψε καημένε τώρα. Η μία φωνάζει τον οδηγό και του λέει να κάνει παρατήρηση στις Αφρικανές αλλιώς θα φωνάξει η ίδια τους γαμημένους τους μπάτσους. Τι να κάνει κι ο οδηγός; Πιάνει το όφωνο και κάνει συστάσεις. Οι Αφρικανές κατεβαίνουν στην επόμενη στάση με αλαλαγμούς και γέλια, οι γριές ηρεμούν και απολαμβάνουν τη νεκρική σιγή στο λεωφορείο κι όσο για μένα; Στην επόμενη κατέβηκα και γω, αλλά πριν κατέβω έχω προλάβει κι έχω αμολήσει δυο τρία κλανίδια πυρηνικά, ρεγάλο στις κωλόγριες, ες ανάμνησιν της μάχης του Στάλινγκρα...
Λίγο κοκορετσάκι ρε φίλε, έστω μια σφήνα στη λαδόκολλα, να διώξω τον γαμημένο τον πονοκέφαλο με τους μαλάκηδες απόχω μπλέξει ναούμ...
Με αγάπη, Αγλέορας
